Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2012

Νεκρομαντεία


Νεκρομαντεία (όπως προσδίδει και η ονομασία >νεκρός-μαντεία) είναι η μαγεία επικοινωνίας με τις ψυχές των νεκρών με σκοπό την συλογή χρήσιμων πληροφοριών. Είναι μία από τις αρχαιότερες τέχνες μαγείας. Ένα μεγάλο κομμάτι του πρώιμου Σαμανισμού, όπως και του Αρχαίου Δρυιδισμού, ήταν (και ακόμα είναι) η επικοινωνία με τα πνεύματα αρχαίων προγόννων. Το συναντάμε στο σύνχρονο Βοντού, η οποία είναι ουσιαστικά μια θρησκεία προγοννικής λατρείας, η οπoία εξέλιξε ένα Πάνθεο Θεοτήτων, που πληρούν τους ρόλους των αρχαίων προγόννων της.


Αυτό που απεξαρτοποιεί την Νεκρομαντεία από την προγοννική λατρεία είναι η στάση που τηρεί απέναντυ στους νεκρούς. Ο νεκρομάντης επικοινωνεί με ένα εύκολα προσβάσιμο πνεύμα που μπορεί να κατέχει πληροφορίες που αυτός χρειάζεται και που δεν εναντιώνεται της θέλησης του νεκρού. Νεκρομάντες πολλές φορές ανάγκαζαν τις ψυχές να αποκαλήψουν τα μυστικά τους ενάντια στη θέλησή τους, το οποίο είχε αποδειχθεί πολύ επικίνδυνο.

Η Παραδοσιακή Νεκρομαντεία βασιζόταν πάνω στη χρήση των λειψάνων του νεκρού ως γέφυρα επικοινωνίας με την "σκιά" του νεκρού ατόμου. Τέτοια λείψανα ήταν κόκκαλα, δέρμα, μαλιά και νύχια του πτώματος, και μέλη του σώματος όπως χέρια, δόντια και μάτια. Το κρανίο θεωρούσαν πως ήταν ιδιέτερα χρήσιμο, μιας και "στέγαζε" τα όργανα των αισθήσεων της όρασης και ακοής, τις αισθήσεις με τις οποίες ο νεκρός αποκτούσε μυστικά. Σήμερα οι γνώσεις πάνω στην χρήση λείψανων έχει χαθεί, λόγω της έντονης διαμαρτηρίας που προκαλούσε η βεβύλωση των νεκρών, οπότε και η «παραδοσιακή» επίκληση νεκρών δεν είναι πλέον εφικτή.

Η αποθέντα ψυχή πίστευαν πως είναι πιθανό να κατέχει σημαντικές πληροφορίες μέσω δύο περιόδων: τι έχει δει ή ακούσει ενώ ζούσε και τι έχει δει ή κάνει μεταθάνατον. Συχνά Νεκρομάντες καλούσαν μία "σκιά" για να ανακαλύψουν το κρυφό μέρος/τόπο ενός θησαυρού που το άτομο φημολογείται πως κατείχε εν ζωή. Πίστευαν ακόμα πως οι νεκροί είχαν πρόσβαση σε μυστικιστική γνώση και κάποιες φορές τους καλούσαν για να διδάξουν τον Νεκρομάντη τέχνες μαγείας πλέον μη διαθέσιμες μέσω κάποιου άλλου παράγωντα, τέχνες που μαθεύτηκαν κατά την μεταθάνατο περίοδο.

Υπήρχε επίσης η πίστη πως οι "σκιές" των νεκρών ελκύονταν από φρεσκοχυμένο αίμα, διότι το αίμα ήταν ένα από τα κυριότερα "δοχεία" ζωτικής ενέργειας του σώματος. Αφού από τους νεκρούς έλειπαν σάρκινα σώματα, η σκέψη ήταν πως θα έπρεπε να τους λείπει ζωτικότητα οπότε και ήταν αδύναμα. Εξού και το χλωμό παρουσιαστικό τους όταν τους έβλεπαν ως φαντάσματα.

Η κοινή εικόνα του Νεκρομάντη τον/την δείχνει να αντιμετωπίζει το ίδιο το ανεστημένο σώμα, που είχε σταθεί και περπατούσε μέσω της δύναμης της μαγείας. Αυτό, ασφαλώς, είναι απλά φαντασία, μα στις ρίζες αυτού κείτονται τα χαμένα στοιχία της αληθινής πρακτικής της Νεκρομαντείας. Εξάλλου, "όπου υπάρχει καπνός, υπάρχει και φωτιά". Το πτώμα, στην πραγματικότητα, δεν το έκαναν να περπατά και να μιλά. Απλά χρησιμοποιόταν ως εστίαση για το επικαλούμενο πνεύμα, προσελκυμένο από τον Νεκρομάντη. Ήταν αναγκαίο ο Νεκρομάντης να κατέχει αρκετά ανεπτυγμένες τις μυστικιστικές του αισθήσεις ώστε να μπορεί να ακούσει πνευματικά και φυσικά τα λόγια του πνεύματος, ή/και να αποκτήσει τις πληροφορίες που χρειαζόταν μέσω άλλων μέσων επικοινωνίας. Συχνά η "σκιά" του νεκρού απλά έδειχνε την κατεύθινση του σημείου όπου το αντικείμενο/θησαυρός ήταν κρυμένος ή τον οδηγούσε σιωπηλά ως εκεί.

Υπάρχουν δύο αναγκαία στοιχία στην Νεκρομαντεία. Η επίκληση της "σκιάς" και ο απεκλισμός της "σκιάς" των νεκρών. Στις αρχαίες εποχές αυτά συνδιάζονταν. Για παράδειγμα... Βλέπουμε τον Οδυσσέα από την Ομήρου Οδύσσεια να καλεί τις σκιές των νεκρών κατά την "επίσκεψή" του στον Κάτω Κόσμο με σκοπό να βρεί την "σκιά" του τυφλού Μάντη (πληροφορίες που η ιδιότητα του Μάντη τις έκαναν συμαντικές) χύνοντας αίμα θησιασμένων αγριμιών, και παράλληλα αποτρέποντας τις άλλες "σκιές" με το σπαθί του για να μην αποροφισουν την ζωτική ενέργεια του χυμένου αίματος. Η αποτροπή τους εξηγείται στο ότι τα πνεύματα είναι ευάλωτα στο ατσάλι.

Μπορεί να πει κανείς πως η Οδύσσεια είναι απλά μια φανταστική ιστορία. Ίσως, μα την τότε εποχή υπήρχαν αρκετοί Νεκρομάντες στην Αρχαία Ελλάδα. Ο Όμυρος ήταν ένας εφυέστατος και καλά ενημερωμένος άνθρωπος. Η περιγραφή του στην Νεκρομαντεία είναι κατά πάσα πιθανότητα βασιζμένη στην πρακτική των Ελλήνων Νεκρομάντων.


Το Νεκρομαντείο Αχέροντα...
Το σπουδαιότερο και αρχαιότερο νεκρομαντείο είναι το Νεκρομαντείο του Αχέροντα. Το αρχαίο Νεκρομαντείο του Αχέροντα βρίσκεται κοντά στο Καναλάκι, στο χωριό Μεσοπόταμος, του Νομού Πρεβέζης, στο σημείο όπου έσμιγε ο ποταμός Αχέρων με τον Κωκυτό και τον Πυριφλεγέθοντα, στις βορειοδυτικές όχθες της Αχερουσίας Λίμνης, η οποία αποτελούσε την είσοδο του κόσμου των ψυχών. Είναι χτισμένο στην κορυφή ενός λόφου, στον οποίο κατέληγαν οι επισκέπτες από το Ακρωτήρι Χειμέριο του χωριού Αμμουδιά. Εδώ οι αρχαίοι τοποθετούσαν τις Πύλες του Κάτω Κόσμου που οδηγούσαν στο βασίλειο του Άδη για να επικοινωνήσουν με τις ψυχές των αγαπημένων τους προσώπων.


Το νεκρομαντείο του Αχέροντα και ο χριστανικός ναός επάνω στο λόφο (εικόνα από το site: www.culture.gr).

Στο Ιερό κατέφευγαν οι αρχαίοι, προσφέροντας χοές (σπονδές, προσφορές) στους νεκρούς για να επικοινωνήσουν με τις ψυχές και να πάρουν διάφορες πληροφορίες, μετά από κατάλληλη προετοιμασία στην οποία υποβάλλονταν απ’ τους ιερείς του Μαντείου. Η σωματική και ψυχική δοκιμασία κατά την πολυήμερη παραμονή στα σκοτεινά δωμάτια του νεκρομαντείου, η απομόνωση, οι μαγικές πράξεις, οι προσευχές και οι επικλήσεις, η περιπλάνηση στους σκοτεινούς διαδρόμους, η κοινή πίστη στην εμφάνιση των νεκρών δημιουργούσαν στον προσκυνητή την κατάλληλη ψυχική προδιάθεση. Σε αυτό συνέτεινε πολύ η ειδική δίαιτα, στην οποία υποβάλλονταν ο προσκυνητής.
Το Νεκρομαντείο χρονολογείται από τον 5ο – 4ο π.Χ. αι., πυρπολήθηκε και καταστράφηκε απ’ τους Ρωμαίους το 167 π.Χ. και ξανακατοικήθηκε τον 1ο π.Χ. αι.

Στις ανασκαφές που έχουν γίνει στην περιοχή έχουν συλλέξει σημαντικά ευρήματα.
Από αρχιτεκτονικής άποψης το Νεκρομαντείο ταυτίζεται με μεγαλοπρεπές μαυσωλείο της Ανατολής του 5ου αι. Αποτελείται από πολυγωνική τοιχοδομία, σιδερόφρακτες πύλες, εσωτερική διαίρεση με διαδρόμους κατασκευή που εξυπηρετεί τη λατρεία και τις τελετουργίες των υποχθόνιων θεών. Το κυρίως ιερό είναι ένα τετράγωνο κτίριο με πλευρές 22μ μήκους και χωρίζεται με δύο παράλληλους τοίχους σε μία κεντρική αίθουσα και δύο μικρές πλαϊνές. Περιλαμβάνει κυρίως αίθουσα, διαδρόμους, δωμάτια υποδοχής και προσωπικού, δωμάτια προετοιμασίας, αποθήκες στις οποίες διασώθηκαν πιθάρια με τις προσφορές των επισκεπτών, τον λαβύρινθο και το καθαυτό ιερό, όπου δίνονταν οι χρησμοί. Κάτω από την κεντρική αίθουσα βρίσκεται μία άλλη υπόγεια αίθουσα λαξευμένη στο βράχο η οροφή της οποίας στηρίζεται σε δεκαπέντε πώρινα τόξα.

Η διαδικασία μύησης:
Μόλις ο επισκέπτης διέσχιζε την είσοδο του νεκρομαντείου βρισκόταν στην υπαίθρια αυλή. Οι ιερείς τον υποδέχονταν και τον οδηγούσαν στα δωμάτια υποδοχής που βρισκόταν δίπλα. Εκεί υπήρχαν και άλλα δωμάτια τα οποία ήταν βοηθητικοί χώροι ή χώροι προσωπικού. Το πρώτο πράγμα που έκαναν οι ιερείς του νεκρομαντείου ήταν να πάρουν πληροφορίες για το λόγο της επίσκεψης, την οικονομική και την κοινωνική κατάσταση του επισκέπτη και στη συνέχεια τον οδηγούσαν στο νότιο τμήμα της αυλής όπου βρισκόταν τα δωμάτια παραμονής και προδιαίτησης. Εκεί παρέμειναν οι επισκέπτες για να προετοιμαστούν για τη δοκιμασία που θα ακολουθούσαν.

Μετά την προετοιμασία τους, ο ιερέας τούς οδηγούσε μέσα από τις δύο πύλες στα υπνοδωμάτια. Εδώ οι επισκέπτες υποβάλλονταν σε ειδική δίαιτα με κουκιά, χοιρινό λίπος και όστρακα, ουσίες που προκαλούσαν αναστάτωση στον οργανισμό τους. Όταν έκρινε ο ιερέας ότι κάποιος ήταν έτοιμος, τον οδηγούσε στον ανατολικό διάδρομο μέσα από την τρίτη πύλη. Πριν από αυτό όμως επισκεπτόταν το λουτρό όπου έριχνε μια πέτρα δεξιά του για να εξορκίσει το κακό και έπλενε τα χέρια του στο λουτήρα (ένα πιθάρι με νερό).

Μετά το πλύσιμο των χεριών ο επισκέπτης οδηγούνταν στο τελευταίο βόρειο δωμάτιο παραμονής για άγνωστο χρονικό διάστημα όπου η δίαιτα ήταν αυστηρότερη και με τις συνεχείς προσευχές αλλά και τις διηγήσεις του ιερέα μέσα στο σκοτάδι, οι αισθήσεις άρχισαν να υπολειτουργούν οδηγώντας τον σε μια κατάσταση παραισθήσεων.Τελικά με οδηγό τον ιερέα, ο επισκέπτης έβγαινε στον ανατολικό διάδρομο όπου θυσίαζε ένα ζώο (συνήθως πρόβατο) και κατευθύνονταν στην πύλη του νότιου διαδρόμου.

Ο νότιος διάδρομος ήταν δαιδαλώδης σαν λαβύρινθος με τρεις τοξωτές πύλες που είχαν σιδερένιες πόρτες με καρφιά ώστε να ενισχύει την αίσθηση του κάτω κόσμου. Εδώ πρόσφεραν στους θεούς άλευρα (άλφιτα) μέσα σε πήλινες λεκάνες που τις έσπαζαν επιτόπου.Η τελευταία πύλη ήταν η είσοδος του ιερού επίσης σιδερόφρακτη και οδηγούσε στην κεντρική αίθουσα του ιερού, μιά αίθουσα μεγέθους 15 Χ 4,25 μ. δεξιά και αριστερά της οποίας υπήρχαν από τρία δωμάτια τα οποία ήταν αποθηκευτικοί χώροι για δημητριακά και προσφορές των επισκεπτών.Εδώ στην κεντρική αίθουσα γινόταν οι «χοές» δηλ. προσφορές σε υγρή μορφή, όπως γάλα, μέλι, κρασί και αίμα θυσιασμένων ζώων, που χύνονταν στο πλακόστρωτο δάπεδο για να εξευμενίσουν τους θεούς του κάτω κόσμου. Μετά από αυτό, σ΄ αυτό το χώρο εμφανιζόταν και οι «σκιές» των νεκρών και μιλούσαν στον επισκέπτη. Στο τέλος ο επισκέπτης οδηγούνταν στην έξοδο του ανατολικού διαδρόμου για να μη συναντηθεί με τους άλλους που ακόμα προετοιμαζόταν. Δεν έπρεπε να πει σε κανέναν τι είδε και τι έζησε γιατί θεωρούνταν βλασφημία.


Source: paraportalpatridamou

"Οι άνθρωποι με έχουν για εχθρό των δίκαιων νόμων, των οικογενειακών δεσμών και της παράδοσης. Ναι, λένε την αλήθεια. Δεν αγαπάω τους νόμους που έχει φτιάξει ο άνθρωπος... αυτό που αγαπάω είναι η ιερή και πνευματική ευγένεια που θα έπρεπε να είναι πηγή και βάση για κάθε νόμο στη γη."
Khalil Gibran