Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

Ηράκλειτος: Ο "Σκοτεινός" Φιλόσοφος

Ηράκλειτος θα πει Ηρακλειτός, δηλαδή αυτός που χρωστά τη δόξα του στην Ήρα.


«Ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος, ο επονομαζόμενος σκοτεινός, κατέχει μια κεντρική θέση στο σύνολο της ελληνικής φιλοσοφίας και σε ολόκληρη την παγκόσμια ιστορία της σκέψης».

Ο Ηράκλειτος είναι ένας στοχαστής. Αυτός για πρώτη φορά στοχάζεται μέσα από τα πλαίσια του Λόγου τι είναι Κόσμος. Η σκέψη του παραμένει ανοιχτή και πολυδιάστατη, ερωτηματική και αινιγματική, αποσπασματική και ποιητική. Δεν κατασκευάζει κάποιο σύστημα. Ο Ηράκλειτος στοχάζεται πριν ακόμα συσταθεί η μεταφυσική και διαμορφωθούν οι φιλοσοφικές σχολές. Ήταν το σπέρμα της δικής του σκέψης που έθρεψε όλη τη φιλοσοφία και μάλιστα πριν τη διαμόρφωσή της σε Μεταφυσική, Θεολογία, Λογική, Φυσική και Ηθική.


Με χρονολογική σειρά ασχολήθηκαν μαζί του, επικρίνοντας τον ή ενστερνιζόμενοι τις απόψεις του, οι Ελεάτες, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, ο Ιουστίνος ο Μάρτυς, ο Χέγκελ, ο Λένιν, ο Κίρκεγκωρ, και ο Νίτσε. Επηρέασε όχι μόνο τους φιλόσοφους της Αναγέννησης αλλά και τους: Πασκάλ, Σπινόζα, Γκαίτε, Χαίλντερλιν, Νοβάλις, Σοπενεχάουερ, Προυντόν, Μπερξόν, και Φρόιντ. Οι απόψεις του επηρέασαν ακόμη και τον σουρεαλισμό. Η σκέψη του διατρέχει το χρόνο και φθάνει έως τις μέρες μας ζωογονώντας σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα.

Η φιλοσοφία του διαμορφώθηκε από στοιχεία αντιθετικά δίχως όμως να διασπάται η ενότητά της, εκφράζοντας έτσι την ενότητα των αντιθέτων του κόσμου μας - «….. και εκ των πάντων έν και εξ ενός τα πάντα». (απ 10)

Ο Ηράκλειτος γεννήθηκε πριν από τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα. Σε ότι αφορά στη ζωή του, οι μαρτυρίες που έχουν φθάσει σε εμάς είναι αντιφατικές και κινούνται λίγο - πολύ στην περιοχή του μύθου. Από τον Διογένη τον Λάερτιο πληροφορούμαστε ότι έφθασε στην ακμή της ζωής του περίπου το 500 π.Χ. Ανήκε σε αριστοκρατική οικογένεια που οι ρίζες της έφθαναν στον ηγεμόνα της Εφέσου και η οποία είχε κληρονομήσει κάποιο βασιλικό αξίωμα. Ο Ηράκλειτος όμως, ενώ γεννήθηκε αριστοκράτης αποποιήθηκε με τη θέλησή του το βασιλικό αξίωμα παραχωρώντας το στον αδελφό του.

Από παιδί εκδήλωσε τη χαρισματική του φύση. Ενώ ήταν ακόμη νέος ισχυριζόταν πως δεν γνώριζε τίποτα, ενώ όταν έφθασε στην ώριμη ηλικία ισχυριζόταν ότι γνώριζε τα πάντα. Δεν ακολούθησε τη διδασκαλία κανενός, δε μαθήτευσε σε κανένα φιλόσοφο, κι αναζήτησε μόνος του να ανακαλύψει τον εαυτό του μαθαίνοντας με τη δική του θέληση. Μελέτησε και στοχάστηκε πάνω στους μεγάλους ποιητές, τον Όμηρο, τον Ησίοδο, τον Αρχίλοχο, τις θεωρίες των Μιλησίων, των Πυθαγορείων και του Ξενοφάνη, καθώς και την ιστοριογραφική «Επιστήμη» του Εκαταίου, και στα αποσπάσματά του αναφέρεται συχνά σε αυτούς. Έτσι εντρυφά στην ποιητική, τη θεολογία και τη θεωρητική, αφομοιώνοντας όλες αυτές τις διδασκαλίες καθώς και την επιστημονική παιδεία του καιρού και του τόπου του.

Αφομοίωσε και ξεπέρασε όλες αυτές τις διδασκαλίες συλλαμβάνοντας τον κόσμο με ένα νέο τρόπο και στη συνέχεια συνέλαβε την θέση του ίδιου του εαυτού του μέσα στον κόσμο.

Ο Ηράκλειτος προσέφερε το έργο του ανάθημα στο ναό της Αρτέμιδας, ο οποίος πυρπολήθηκε αργότερα από τον Ηρόστρατο που θέλησε μ αυτή την πράξη του να περάσει στην αθανασία.

Ο χαρακτήρας του φαίνεται ότι ήταν αρκετά ιδιόρρυθμος. Περήφανος και ακατάδεκτος λένε ορισμένοι συγγραφείς, ενώ η μοναχικότητά του ίσως να ερμηνεύτηκε λάθος ως ένδειξη μελαγχολίας.

Καταφέρει βίαια κτυπήματα ενάντια στην ανθρώπινη αφέλεια και τη λήθη του μέσου ανθρώπου. Περιφρονεί τις μάταιες κουβέντες που κυλάνε σαν ποτάμι και απορρίπτει τη ρητορική και τα τεχνάσματα της. Βασίζεται στον λόγο (που σημαίνει ταυτόχρονη σκέψη και γλώσσα) για να πει αυτά που θέλει, κι ενώ κρίνει αυστηρά τους ανθρώπους, ταυτόχρονα τους προσφέρει τη βοήθεια του. Η απέχθεια για την ανθρώπινη αφέλεια μετατρέπεται έτσι σε μια επιτακτική ανάγκη να τη διορθώσει και γι' αυτό χρησιμοποιεί την καυστική ειρωνεία, παραμένοντας λακωνικός.

Φαίνεται ότι δεν ταξίδεψε, παραμένοντας συγκεντρωμένος στο έργο του. Ο Ηράκλειτος ζούσε στην γειτονιά του ιερού. Ανήκε, όπως προαναφέρθηκε, σε βασιλική οικογένεια και οι προπάτορες του είχαν την ευθύνη της διοργάνωσης των εορτών της Ελευσίνιας Δήμητρας. Ίσως και ο ίδιος να ήταν μυημένος στα Ελευσίνια μυστήρια που τελούνταν στην Έφεσο σε συνάρτηση με τη λατρεία της Αρτέμιδος. Ωστόσο, όλα αυτά δεν τον εμπόδισαν να ξεκινήσει πόλεμο ενάντια στην καθιερωμένη θρησκεία. Η θρησκευτικότητα του Ηράκλειτου ήταν διαφορετική. Γνωρίζουμε επίσης ότι ο Ηράκλειτος αποτραβήχτηκε στον ναό της Αρτέμιδος, όπου και προσέφερε τα βιβλία του. Και όλα αυτά τα έκανε ενώ ταυτόχρονα στηλίτευε δριμύτατα την επίσημη θρησκεία.

Ο Ηράκλειτος δεν κόβει τους δεσμούς του με το Θείο αν και ο δικός του δρόμος επικοινωνίας ακολουθεί δρόμους διαφορετικούς από εκείνους των κοινών ανθρώπων.

Η πολιτική έπαιξε μεγάλο ρόλο στην ζωή του, αν και αρνείται να συμμετάσχει ενεργά στην πολιτική ζωή. Όταν οι συμπολίτες του τον έκριναν άξιο να γίνει νομοθέτης τους εκείνος τους αγνόησε διότι η πόλη βρισκόταν κάτω από την κυριαρχία ενός διεφθαρμένου καθεστώτος. Και σαν να μην έφθανε αυτό αποτραβήχτηκε στον περίβολο του ναού της Αρτέμιδος και έπαιζε με τα παιδιά τους πεσσούς, γιατί τα παιδιά μοιάζουν με τον «Χρόνο που παις εστί, πεσσεύων» (απ 52).

Η πολιτική σκέψη του Ηράκλειτου και η σύλληψη ενός οικουμενικού νόμου παραμένουν ύψιστα αφηρημένες και δεν μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν.

Ζει σε μια ταραγμένη εποχή κατά την οποία υπάρχει διαμάχη ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις (Αθήνα - Περσία), ανταγωνισμός ανάμεσα στα Ελληνικά κράτη (Αθήνα-Σπάρτη), σύγκρουση ανάμεσα στα κόμματα (αριστοκράτες-δημοκράτες). Όλα διαδραματίζονται κάτω από την επιρροή του θεού 'Aρη, του πολεμιστή. Κι έτσι ο Ηράκλειτος διακηρύσσει νηφάλια τη βασιλεία του πολέμου.

Ο ίδιος ο Ηράκλειτος ήταν η πραγμάτωση της ενότητας των αντιθέτων Αγαπούσε και περιφρονούσε τους συμπατριώτες του που με την σειρά τους τον αγαπούσαν και τον περιφρονούσαν. Ενώ διακήρυσσε την αναγκαιότητα του πολέμου, ήθελε να βοηθήσει τους Εφέσιους να ζήσουν ειρηνικά

Έχουμε πολλές εκδοχές του θανάτου του. Μια από αυτές είναι ότι χολωμένος από τους ανθρώπους, αποτραβήχτηκε στα βουνά όπου ζούσε τρώγοντας φύλλα και χόρτα, ώσπου έπαθε υδρωπικία, οπότε και επέστρεψε στην πόλη και ρωτούσε με αινιγματικά λόγια του γιατρούς να μάθει αν μπορεί να μετατρέψει μια μπόρα σε ξηρασία. Επειδή εκείνοι δεν τον καταλάβαιναν, κλείστηκε σε έναν στάβλο ελπίζοντας πως με την ζέστη της κοπριάς όπου χώθηκε, θα εξατμιζόταν το νερό από το σώμα του. Μα ούτε και με αυτόν τον τρόπο θεραπεύτηκε και πέθανε σε ηλικία εξήντα ετών.

Στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε να αντιληφθούμε τους δομικούς λίθους της φιλοσοφίας του, ξεκινώντας από τον «Λόγο», με οδηγό μας τον Κώστα Αξελό, γνήσιο ερευνητή της σκέψης του Ηράκλειτου, και σε επόμενο άρθρο θα μελετήσουμε τον «Κόσμο» και τη «Φωτιά».

O Λόγος «Πρώτος ο Ηράκλειτος ανάβει απ τη φωτιά του σύμπαντος –τη δάδα του Λόγου. Ο λόγος του φωτίζει. Ο Λόγος είναι εκείνο το ξύπνημα της απορίας της αφηρημένης σκέψης που κάνει τον άνθρωπο να βγει από τον κόσμο των ονείρων και να τον οδηγήσει στον κόσμο του φωτός».

«Ο Λόγος είναι αυτό που συνδέει τα φαινόμενα μεταξύ τους, που τα συνδέει ως φαινόμενα ενός και μόνου Σύμπαντος, κι αυτό που συνδέει την ομιλία με τα φαινόμενα. Ο Λόγος είναι ένας σύνδεσμος. Αυτό που γίνεται φανερό ως φαινόμενο είναι ήδη διαποτισμένο από τον λόγο γι αυτό και μπορεί να συλληφθεί».

«Ο άνθρωπος είναι ο ομιλών θεματοφύλακάς του Λόγου, αν είναι ξύπνιος».

O Ηράκλειτος αντιλαμβάνεται τον κόσμο αδιαχώριστα συνδεδεμένο με τον Λόγο. Εννοεί τον Λόγο ως τη δύναμη και το νόημα του σύμπαντος, ως αυτό που ζωογονεί κάθε σκέψη και είναι πηγή της. Είναι η ίδια η σκέψη και η σοφία. Είναι τελικά το φως που με την καθαρότητα του διαπερνά το σκοτάδι, βάζοντας τάξη στο χάος. Ο Λόγος είναι εκείνος που συλλαμβάνει την αληθινή πραγματικότητα.

Όπως δεν μπορούμε να ανατρέξουμε στο πριν από τον Χρόνο, έτσι δεν μπορούμε να ανατρέξουμε στο πριν από τον Λόγο. Ο Λόγος διατρέχει τον Χρόνο και είναι από τη φύση του αιώνιος. Αποτελεί τελικά την ουσία, τη σημασία του σύμπαντος. Ο Λόγος είναι το ίδιο το σύμπαν που πορεύεται σε μια γνώση.

Ο Λόγος γίνεται κατανοητός, αντιληπτός, εφόσον είμαστε σε εγρήγορση. Όντας απρόσεχτοι και αφηρημένοι αδυνατούμε να κατανοήσουμε και επομένως να αντιληφθούμε την συνεχή παρουσία του Λόγου.

Η Ανθρώπινη μάζα αντιστέκεται στην συνεχή ροή του Λόγου. Δεν σκεπτόμαστε, δεν διακρίνουμε αυτά που συμβαίνουν, κρίνουμε επιφανειακά, δεν αντιλαμβανόμαστε τις βαθύτερες αιτίες και εν τέλει δρούμε σαν κοιμισμένοι. Ζούμε μέσα στην πλάνη, πιστεύοντας ότι έχουμε μια νόηση ιδιαίτερη, ξεχωριστή, η οποία μας αποκόπτει τελικά από το σύμπαν.

«Ο Ηράκλειτος σφυροκοπά και αναθεματίζει τους ανθρώπους που φαντάζονται ότι μπορούν να απομονωθούν και να δράσουν ξεχωριστά από τον Λόγο».

«Ο Ηράκλειτος ζητά με τρόπο μαχητικό από τους ανθρώπους να ξέρουν να ακούνε, να μιλούν να πράττουν αλλά κυρίως να αναγνωρίζουν την διαποτίζουσα τα πάντα ύπαρξη του Λόγου.»

Το φως του Λόγου διαπερνώντας το σκοτάδι, φανερώνει το ενωτικό νόημα του σύμπαντος. Το Ενιαίο Όλον.

«Οι άνθρωποι μπορούν ν αναγνωρίσουν τον Λόγο επειδή η σκέψη είναι κάτι κοινό σ όλους και κατοικία της έχει την ψυχή τους. Αυτό δεν σημαίνει πως όλοι σκέφτονται, πράττουν και μιλούν σύμφωνα με την αληθινή φύση. Το ανθρώπινο ον μπορεί να γίνει το φωτισμένο φερέφωνο του Λόγου, δεν είναι όμως ο ιδρυτής του, ο Λόγος το ξεπερνάει. Ο Λόγος κάνει δυνατή την σύλληψη μιας αλήθειας, αλήθειας που δεν επινοείται αλλά ανακαλύπτεται».

Η σκέψη του Ηράκλειτου, διατηρεί την πλαστικότητά της, την ευελιξία της, όντας ταυτόχρονα συγκεκριμένη και αφηρημένη.

«Ήρωας Προμηθεϊκός της σκέψης, φέρνει στους κοιμισμένους την φωτιά του Λόγου»

«Ενώ ο Λόγος είναι συμπαντικός, τα ανθρώπινα πλάσματα ενεργούν σαν να είχαν μια ιδιαίτερη δική του νόηση το καθένα. Οι άνθρωποι που αγρυπνούν έχουν ένα μόνο κόσμο κοινό. Αντίθετα, εκείνοι που είναι βυθισμένοι στον ύπνο, απομονώνονται, ο καθένας για τον εαυτό του σε κόσμους ιδιαίτερους. Το πλήθος βρίσκεται σε κατάσταση ύπνου και οι κοινοί άνθρωποι δεν έχουν παρά μικρές ιδιωτικές απόψεις. Οι λίγοι φωτισμένοι είναι ξύπνιοι και ξέρουν πως η νόηση δεν είναι νόηση παρά μόνον όταν έχει στήριγμα της το συμπαντικό. Την ευθύνη της συμπαντικότητας δεν την αναλαμβάνει ο όχλος αλλά οι προφύλακες, γιατί η συμπαντικότητα είναι κάτι έντονο και ποιοτικό κι όχι ποσοτικό κι εκτατικό. Η αληθινή ομοφωνία είναι μια ενημερωμένη συμμετοχή στο συμπαντικό. Ο σύμπας κόσμος είναι ο κόσμος της αλήθειας, ενώ ο ιδιωτικός κόσμος είναι ο κόσμος που δεν κατέχει την αληθινή πραγματικότητα αφού είναι κόσμος της αυθαιρεσίας και της απομόνωσης.

Μόνο τα άτομα που θυσιάζουν την ιδιαιτερότητα τους εξασφαλίζουν τα θεμέλια της κοινότητας και παίρνουν πάνω τους την ευθύνη αυτών των θεμελίων. Οι κοινοί άνθρωποι δεν αποτελούν, ούτε κι οικοδομούν, την κοινότητα, που είναι μια μορφή της συμπαντικότητας. Ωστόσο ακόμα κι οι κοιμισμένοι δεν μπορούν να ξεφύγουν απ την ροή του κόσμου κι αυτοί συμμετέχουν μα άθελα τους, παθητικά. Παρά την θέλησή τους, η «πονηριά της λογικής» τους σπρώχνει να πάρουν μέρος στο παιχνίδι, έτσι, το σκοτάδι τους φωτίζεται από τον Λόγο. Και πράγματι, οι κοιμισμένοι συνεργάζονται στα γεγονότα του κόσμου εφόσον είναι «άτομα» του κόσμου, μόρια της κοινότητας. Για να απομονωθούν ολότελα , θα έπρεπε να πάψουν να υπάρχουν.

Συνοχή έχουν μόνο οι σκέψεις μερικών που βλέπουν ξεκάθαρα ότι ο κόσμος είναι κοινός. Οι σκέψεις των κοιμισμένων και των υπνοβατών είναι ασυνάρτητες επειδή είναι μη συμπαντικές. Κοινός για όλους μόνον ένας κόσμος υπάρχει. Οι κόσμοι των κοιμισμένων είναι πολλαπλοί, κι εκείνοι που καταφεύγουν σ αυτούς τους κόσμους, δεν μπορούν ούτε μεταξύ τους να συνεννοηθούν, γιατί τους λείπει κάθε είδους αναφορά στο συμπαντικό.

Μόνη η κατάσταση της εγρήγορσης δεν είναι αρκετή για να χαρακτηρίσει τους προδρόμους, επειδή υπάρχουν άνθρωποι που, όσο ξύπνιοι και αν είναι, δεν ξέρουν τι κάνουν.

Η εγρήγορση, μόνον όταν φωτίζεται από το φως του Λόγου κάνει τον άνθρωπο νηφάλιο, τον κάνει να ριζώσει στο ορατό και στο αόρατο και τον κατευθύνει προς τους ορίζοντες της γνώσης. Το ξύπνημα είναι μια έξοδος από το βασίλειο του ύπνου, η σκέψη δεν φωτίζεται παρά μόνον όταν ξεπερνά το όνειρο. Το φως αναγνωρίζει και σκορπίζει τα σκότη»


«Η σκέψη του Ηράκλειτου δεν παραπαίει σε διλήμματα όπως: αισθήσεις-λογικό, ρεαλισμός-ιδεαλισμός, υλισμός-πνευματικότητα. Αυτή η σκέψη δεν θέλει να εδραιώσει τις διακρίσεις: φαινόμενο-νοούμενο, φαντασία-αντίληψη, νους-λογικό. Ο Ηράκλειτος, βλέπει, σκέπτεται, εκφράζεται και μιλάει με ολόκληρο το είναι του, με ολόκληρη την ελληνική και ιωνική ιδιοσυγκρασία του. Η ευαισθησία του συλλαμβάνει και την μονιμότητα των φαινομένων και την αλλαγή τους: Τα μάτια είναι αυτά που βλέπουν να κυλούν τα νερά του ποταμού. Ο Λόγος είναι η δομή του κάθε τι που είναι»

«Ο Ηράκλειτος δεν διαχωρίζει σε καμία περίπτωση αυτό που είναι θεωρητικά αληθινό από εκείνο που αποδεικνύεται πρακτικά αληθινό. Η πολυδιάστατη αλήθεια δεν είναι, στην ενότητα της, ούτε θεωρητική ούτε πρακτική. Είναι μέσα στο γίγνεσθαι και μπορεί να συλλαμβάνει ταυτόχρονα την γλύκα και την πίκρα του κάθε τι που είναι.


Η απλή πολυμάθεια δεν μας μαθαίνει να σκεφτόμαστε, οι άνθρωποι όμως που αγαπούν τη σοφία, πρέπει να γνωρίζουν πάρα πολλά πράγματα. ο Ηράκλειτος ξέρει πως πρέπει να ψάξει πολύ για να βρει την αληθινή σοφία, και ξέρει ακόμα πως δεν θα βρει παρά μόνον αποσπάσματά της.»


Η αναζήτηση σε βάθος πρέπει να προχωρεί ακαταπόνητα. Η αναζήτηση του χρυσού είναι η αναζήτηση της Σοφίας.

Η αγάπη του Ηράκλειτου για την Σοφία ταυτίζεται με την Σοφία της Αγάπης. Η Σοφία είναι Αγάπη και Λόγος και νόμος συμπαντικός.

Δεν πρέπει να αντιληφθούμε την δύναμη του Θείου νόμου σαν μια δύναμη ξεχωριστή. Ο Θείος νόμος απλώνει την δύναμη του και συνδέει τα μέρη του σύμπαντος. Η Σοφία είναι ο Θείος Νόμος.

Ο Ηράκλειτος θεωρεί ότι το Όλον πληρούται από κρυφή αρμονία. «Ο ανθρώπινος λόγος προσπαθεί να συλλάβει τον λόγο του κόσμου. Αυτή η αναζήτηση που ζωογονείται από την κοσμική αγάπη, τοποθετείται στον δρόμο που ανεβαίνει και κατεβαίνει, χωρίς να παύει να είναι ο ίδιος δρόμος. Αφού η ολότητα βρίσκεται σε γίγνεσθαι, ο δρόμος που οδηγεί στη σύλληψή της δεν μπορεί παρά να είναι κι αυτός ένα γίγνεσθαι». Για τον Ηράκλειτο η αλήθεια είναι αυτό που αποκαλύπτεται και βγαίνει στο φως εγκαταλείποντας τα σκότη. Η αλήθεια είναι αυτό που συλλαμβάνουμε, όταν είμαστε ξύπνιοι. Η σύλληψη αυτή δεν είναι φευγαλέα, επειδή είμαστε προικισμένοι με μνήμη. Αυτό που συλλαμβάνουμε, με τον Λόγο μας σαν αλήθεια είναι απ την ουσία της συμπαντική, σ' όλους κοινή. Η χονδροειδέστατη «πλάνη» ανήκει στα όντα εκείνα που είναι βυθισμένα στον ύπνο τους και τους λείπει η μνήμη. Αυτά τα ξεμοναχιασμένα όντα δεν επικοινωνούν παρά από μεγάλη απόσταση με την συμπαντικότητα, παραμένοντας κλεισμένα μέσα στα απατηλά όρια της (ψευτο-ιδιαιτερότητας) τους.

Η αλήθεια δεν βρίσκεται από την πλευρά του σκεπτόμενου υποκειμένου, η αλήθεια είναι η αλήθεια της ολότητας που αποκαλύπτεται σε όποιον αγαπά την σοφία και προσπαθεί να τη συλλάβει με τη σκέψη και να την εκφράσει με την γλώσσα. Μαζί με τον λόγο και το σοφό, αποτελεί την αρμονία της ολότητας. Αυτή η αρμονία είναι φυσικά πολεμίστρια, δηλαδή είναι διαλεκτική. Η αλήθεια βρίσκεται μέσα σ ολόκληρο το ακατάπαυστο γίγνεσθαι του είναι.»


«Η πλάνη, η αυταπάτη, η ψευτιά και η βλακεία είναι κι αυτές εξίσου και είναι επίσης αληθινές.» Αν και ατελείς μορφές που εκφράζουν μονάχα ιδιαιτερότητες. Αποτελούν αλλοτριώσεις της σοφίας.

«Ενώ η αλήθεια είναι συμπαντική, η πλάνη είναι ανθρώπινη κι ατομική, δεν είναι παρά μια επιπόλαιη σύλληψη της πληρότητας του κόσμου».

Ο Ηράκλειτος στοχάζεται τον Λόγο και μας προσανατολίζει προς την αναζήτηση της γνώσης και της Αλήθειας. Αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο μέσα από τις αισθήσεις. Για να ξεπεράσουμε το στάδιο της ιδιαίτερης γνώμης πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση για να διακρίνουμε πέρα από την επιφάνεια των φαινομένων, την κρυμμένη αρμονία, να σκεφτούμε με τρόπο υγιή που συλλαμβάνει και επικοινωνεί με τον συμπαντικό Σοφό-Λόγο που είναι το θεμέλιο κάθε σκέψης.

«Όλη η κίνηση της Ηρακλειτικής σκέψης, υπακούοντας στον ρυθμό της κίνησης της ολότητας, ενώνει την αρχή και το τέλος, και θα μπορούσε να απεικονιστεί με σπείρες. Ο δρόμος όμως που ακολουθεί ο στοχαστής δεν θα ήταν αληθινός αν δεν οδηγούσε στην καρδιά του σύμπαντος».



Αποσπάσματα

απ 2: «Γι' αυτό πρέπει να ακολουθήσουμε τον κοινό Λόγο γιατί το κοινό είναι συμπαντικό. Ενώ όμως ο Λόγος είναι κοινός, οι πολλοί ζουν σαν να είχαν μια δική τους φρόνηση».
απ 34: «Όταν ακούν δεν καταλαβαίνουν και γι αυτό μοιάζουν με κουφούς. Μαρτυρεί γι αυτούς η παροιμία: παρόντες απουσιάζουν».
απ 70: «Παιχνίδια παιδιών οι ανθρώπινες δοξασίες».
απ 97: «Κακοί μάρτυρες τα μάτια και τ αυτιά για τους ανθρώπους, όταν οι ψυχές τους είναι βάρβαρες».
απ 46: «Η έπαρση είναι νόσος ιερή και η όραση ψεύδεται».
απ 41::«Γιατί μια είναι η σοφία: Το να γνωρίζεις την σκέψη που μέσα απ΄ όλα τα κυβερνάει όλα».
απ 116:«Όλοι οι άνθρωποι έχουν μερίδιο στην αυτογνωσία και την σωφροσύνη».
απ 112: «Σωφροσύνη, η μέγιστη αρετή, και σοφία το να λες την αλήθεια και να πράττεις σύμφωνα με την φύση-ακούγοντας την».
απ 115: «Ο λόγος της ψυχής αυξάνει απ' τον εαυτό του».
απ 54: «Η αφανής αρμονία καλύτερη από την φανερή».
απ 123: «Η φύση αγαπά να κρύβεται».
απ 22: « Όσοι γυρεύουν χρυσάφι σκάβουν πολύ την γη και λίγα βρίσκουν».
απ 114: «Για να μιλάμε με νόημα πρέπει να αντλούμε δύναμη απ αυτό που είναι σ όλα κοινό, όπως η πόλη αντλεί από τον νόμο, κι ακόμα περισσότερο, γιατί όλοι οι ανθρώπινοι νόμοι τρέφονται από τον ένα νόμο, το θείο. Αυτός κρατάει όσο θέλει την εξουσία του αρκεί για όλα και τα υπερβαίνει».


Ο κόσμος - Η φωτιά


Ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Ηράκλειτος υποστήριζε ότι η αρχή του κόσμου είναι η φωτιά. Με αφετηρία την σκέψη του σύγχρoνου φιλόσοφου Κ. Αξελού, ας ρίξουμε μια ματιά στο τι ακριβώς εννοούσε ο Ηράκλειτος κι ας συλλογιστούμε τι μπορεί να σημαίνουν αυτά για την σημερινή εποχή.

Ο Θαλής δηλώνει πως τα πάντα προέρχονται από το νερό.
Ο Αναξίμανδρος συλλαμβάνει την αέναη κίνηση που μέσα της τα αντίθετα, το ζεστό και το κρύο, το υγρό και το στεγνό, παράγουν τα κοσμικά φαινόμενα.
Ο Αναξιμένης δίνει προτεραιότητα στον αέρα.
Ο Πυθαγόρας αφοσιώνεται στην κοσμική αρμονία, στη μελέτη των αριθμών και των μορφών και το πνεύμα του είναι γεωμετρικό και μαθηματικό.
Ο Ξενοφάνης στρέφεται προς την γη ως πρωταρχικό κοσμικό στοιχείο.
Ο Ηράκλειτος είναι το μεγάλο ενοποιητικό πνεύμα. Νερό και γη, αέρας και φωτιά, υπακούουν σε μέτρα κι αποτελούν τον Κόσμο. Η αρμονία δεν ξεχωρίζεται από την σύγκρουση. Είναι κεφαλαιώδης η σημασία των αντιθέτων μέσα στην αέναη κίνηση του κόσμου.
Ο Κόσμος αποτελείται από το σύνολο των όντων και των πραγμάτων που υπάρχουν μέσα στο χώρο και τον χρόνο που τα περιέχουν. Ο χώρος μας περιέχει μα εμείς δεν μπορούμε να τον περιέχουμε επειδή μας απορροφάει. Τότε συλλαμβάνει η σκέψη τον χρόνο και τον προωθεί στην σειρά του πρωταίτιου του γίγνεσθαι του κόσμου.
Ο Ηράκλειτος συλλαμβάνει μια κοσμολογία που θέλει να ξεπεράσει το κοσμογονικό στάδιο. Αυτή η κοσμολογία, επειδή μεταχειρίζεται «σύμβολα» για να εκφράσει τις φυσικές δυνάμεις κι αποδίδει μια δύναμη σε αυτά τα σύμβολα, συνδέεται με τη μυθολογία και γίνεται δημιουργός μύθων. Βέβαια η σύλληψη του κοσμικού παιχνιδιού είναι μια πράξη του λογισμού.

Τι μας λέει για το σύμπαν ο Ηράκλειτος; -Αυτόν τον κόσμο που είναι για όλους, ούτε κανείς θεός ούτε άνθρωπος τον έκανε, αλλά ήταν από πάντα και είναι και θα είναι αιώνια φωτιά, που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο (απ.30) -Τα πάντα ανταλλάσσονται με τη φωτιά και με τα πάντα η φωτιά, όπως τα πράγματα με το χρυσάφι και το χρυσάφι με τα πράγματα-(απ.90) -Η φωτιά ζει τον θάνατο της γης κι ο αέρας ζει το θάνατο της φωτιάς, το νερό ζει το θάνατο του αέρα και η γη του νερού-(απ.76)-Το ψυχρό θερμαίνεται, το θερμό ψύχεται, το υγρό ξεραίνεται, το ξηρό νοτίζει-(απ.126)
Ο Κόσμος δεν έχει αρχή. Οι μυθολογικές κοσμογονίες, ο Όμηρος κι ο Ησίοδος, εκθρονίζονται. Παρακολουθούμε το πέρασμα απ την κοσμο-γονία στην κοσμο-λογία. Ο κόσμος δε δημιουργήθηκε ήταν από πάντα, είναι και θα είναι. Ο κόσμος είναι το Σύμπαν, δηλαδή η τακτοποιημένη ολότητα.
Κόσμος αιώνιος και αιώνια φωτιά υπακούουν το ένα στο άλλο. Ας επιχειρήσουμε να διακρίνουμε ποιος είναι ο δεσμός τους. Η φωτιά είναι ως προς τον κόσμο αυτό που ως προς την ανθρώπινη ζωή είναι ένα ποτάμι. Μεταβάλλονται και τα δύο ακατάπαυστα μέσα στη μονιμότητα του γίγνεσθαι του είναι. Η φωτιά είναι ακόμη πιο μεγαλοπρεπής απ το ποτάμι. Η φωτιά υπακούει σε μέτρα. Και το χρυσάφι λάμπει, έχει το χρώμα και την αξία της φωτιάς, επιβάλλει ένα μέτρο και μεταβάλλει τα πράγματα. Η φωτιά μπορεί να συγκριθεί με το χρυσάφι.

Η φωτιά είναι ουσία η στοιχείο; Ας μην ξεχνάμε ότι οι κοσμικές δυνάμεις που με την δική τους βοήθεια σκέφτονται οι πρώτοι έλληνες στοχαστές τον κόσμο, δεν είναι «υλικές». Το νερό του Θαλή δεν είναι παρά μια θεμελιακή μονιμότητα, ούτε υλική ούτε ιδεατή. Ο αέρας του Αναξιμένη και το άπειρον του Αναξίμανδρου απέχουν πολύ απ το να είναι ουσίες. Η Ηρακλειτική φωτιά είναι ακόμα λιγότερο ουσία, πράγμα που δεν σημαίνει ότι έχει κάποια φυσική και συγκεκριμένη εμφάνιση. Δεν είναι όμως ούτε και λογική αρχή.
Οι πρώτοι έλληνες στοχαστές συλλαμβάνουν τις θεμελιακές τους διαισθήσεις αλλά όχι σαν ουσίες. Ιδεατότητα και πραγματικότητα είναι αξεχώριστες. Η ερώτηση αν οι αρχές είναι πραγματικές η ιδεατές, δεν μπορεί να πάρει απάντηση γιατί δεν υπάρχει απάντηση γι αυτή την ερώτηση.
Έτσι η ηρακλειτική φωτιά είναι «αρχή» που κατευθύνει την ροή και την σύλληψη των πραγμάτων, αφανής και φανερή αλήθεια των ορατών κι αοράτων φαινομένων.
Σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ «Την ελληνική λέξη αρχή πρέπει να την κατανοήσουμε με το πλήρες νόημα της. Η λέξη αυτή ονομάζει αυτό που παίρνοντάς το κάποιο πράγμα σαν αφετηρία αποκτά διέξοδο. Αυτό όμως το (παίρνοντάς το σαν αφετηρία), με την απόκτηση της διεξόδου δεν αφήνεται πίσω. Η αρχή έχει να κάνει μάλλον μ΄ αυτό που λέει το ρήμα άρχειν - μ΄ αυτό δηλαδή που δεν παύει να κυριαρχεί» Πρόκειται δηλαδή για μια λέξη κλειδί.


Ο Διογένης ο Λαέρτιος αναφέρει:
«Αυτά που ο Ηράκλειτος πίστευε σε γενικές γραμμές είναι: τα πάντα συνίστανται από φωτιά και μέσα σ΄ αυτήν αναλώνονται. Τα πάντα συμβαίνουν σύμφωνα με την ειμαρμένη και η συναρμολόγηση των όντων πραγματοποιείται με την εναντιοδρομία… Όσο για τις λεπτομέρειες αυτών των θεωριών του, ιδού πως έχουν τα πράγματα. Η φωτιά είναι στοιχείο και τα πάντα ανταλλάσσονται με την φωτιά και γίνονται με την αραίωση και την πύκνωση. Τίποτα όμως δεν εκθέτει με σαφήνεια. Τα πάντα γίνονται με την εναντιότητα και κυλούν σαν ποτάμι. Η ολότητα είναι κάτι το πεπερασμένο κι ο κόσμος ένας. Αυτός ο κόσμος γεννιέται απ΄ τη φωτιά και ξαναπαίρνει κατά περιόδους φωτιά, κι αυτό γίνεται εναλλάξ, στον αιώνα τον άπαντα. Αυτό συμβαίνει σύμφωνα με την ειμαρμένη. Από τα αντίθετα, εκείνο που οδηγεί στην γένεση ονομάζεται πόλεμος και έρις, κι εκείνο που οδηγεί στην ανάφλεξη, ομόνοια και ειρήνη κι η μεταβολή είναι ένας δρόμος που ανεβαίνει και κατεβαίνει κι ο Κόσμος φτιάχνεται σύμφωνα μ΄ αυτή την μεταβολή. Γιατί, όταν η φωτιά πυκνώνει, γίνεται ρευστή κι όταν μαζεύεται, γίνεται νερό. Το νερό όταν πήζει μεταβάλλεται σε γη-αυτός ο δρόμος κατεβαίνει. Η γη ξαναγίνεται ρευστή κι απ΄ αυτήν γίνεται το νερό κι απ΄ το νερό όλα τα υπόλοιπα. Γιατί αναφέρει ότι όλα σχεδόν προέρχονται απ την αναθυμίαση που βγαίνει απ΄ τη θάλασσα-κι αυτός είναι ο δρόμος που ανεβαίνει. Οι αναθυμιάσεις προέρχονται τόσο απ΄ τη γη όσο κι απ΄ τη θάλασσα, άλλες λαμπερές και καθαρές κι άλλες σκοτεινές. Με τις λαμπερές αυξάνει η φωτιά και με τις άλλες η υγρασία. Όσο για το περιέχον δεν μας αποκαλύπτει τι είναι».

Η φωτιά για τον Ηράκλειτο είναι μια ενεργειακή δύναμη. Παίρνει μορφή συγκεκριμένη χωρίς να καταλήγει σε φλόγα. Υπόστρωμα, στοιχείο και ανώτατη αρχή, πανίσχυρη μεταφορά, η φωτιά είναι όλα αυτά και δεν είναι.
Στην σπαρακτική ερώτηση τι είναι κόσμος; Ο Ηράκλειτος απαντάει:αιώνια ζωντανή φωτιά.
Τα τέσσερα στοιχεία, με ηγεμόνα το ένα απ΄ αυτά, τη φωτιά, διατρέχουν ένα δρόμο που ανεβαίνει και κατεβαίνει. Ο δρόμος που ανεβαίνει (από το βαρύτερο στο ανώτατο) οδηγεί από τη γη στο νερό, κι από τον αέρα στη γη. Το ζεστό και το κρύο, το υγρό και το στεγνό (που απορρέουν από τα τέσσερα στοιχεία) αντιτίθενται μεταξύ τους και συνταιριάζονται μέσα στον κύκλο που ρυθμίζεται από την ένωση της σύγκρουσης και της αρμονίας.
Την κοσμική διαδικασία-φωτιά, αέρας, νερό, γη, νερό, αέρας, φωτιά-πρέπει να την συλλάβει κανείς σαν κάτι κυκλικό κι όχι σαν μια ευθύγραμμη πορεία η σαν μια κάθετη άνοδο και κάθοδο. Η κοσμική κίνηση είναι κυκλική, γι αυτό τον λόγο ο δρόμος που ανεβαίνει και κατεβαίνει είναι ο ίδιος. Έτσι είναι δυνατόν να επιλέξουμε ως αρχή και τέλος το νερό, την γη, τον αέρα η την φωτιά. Η φωτιά όμως είναι εκείνο το στοιχείο που κάνει τον κύκλο να γυρίζει, αυτή τον κρατάει σε κίνηση. Η ολότητα είναι μια μεγάλη ακολουθία μετασχηματισμών που ξαναγυρίζει στον εαυτό της. Πρόκειται για την εικόνα του φιδιού που δαγκώνει την ουρά του.

Ποιος είναι ο ρόλος του Χρόνου, που είναι ο ρυθμός του μεγάλου χώρου; Ο Αέτιος μας πληροφορεί ότι κατά τον Ηράκλειτο «ο κόσμος γεννιέται όχι σύμφωνα με τον χρόνο αλλά σύμφωνα με την σκέψη» Κατά τον Ηράκλειτο ο κόσμος δεν γεννιέται κι ο χρόνος δεν είναι χωρισμένος απ΄ την σκέψη. Ο χρόνος είναι δεμένος με την σκέψη, δηλαδή με τον λόγο. Κατά τον Σέξτο τον Εμπειρικό, ο Ηράκλειτος είχε ταυτίσει το Ον και το Χρόνο. Πρέπει να δοθεί μια σωστή ερμηνεία σ΄ αυτή την μαρτυρία. Ο Λόγος κι ο Κόσμος, ο Χρόνος κι η Φωτιά, είναι βαθιά ενωμένα το ένα με το άλλο, όμως δε συγχέονται. Ο λόγος εκφράζει την αρμονία και την αντίθεση των αντιθέτων, μέσα στον Κόσμο που είναι ένα γίγνεσθαι, με την δύναμη της φωτιάς΄ όλα αυτά μέσ' από το Χρόνο. Η ηρακλειτική διαλεκτική διδάσκει την ενότητα της ενότητας και της μη ενότητας (δηλ της πολλαπλότητας). Ο Χρόνος είναι ένας και πολλαπλός, κάνει τον αιώνιο αληθινό λόγο χρονικό, εναρμονίζει τις βίαιες κοσμικές αλλαγές κι ενώνεται με την φωτιά δίχως να ταυτίζεται μαζί της. Ο Κόσμος ως τάξη της αταξίας, ως Ολότητα που περιέχει τα στοιχεία που την αποτελούν, υπακούει στο ρυθμό του Χρόνου.

Το κοσμικό γίγνεσθαι γίνεται φανερό μέσα στο χρόνο. Η φωτιά εμψυχώνει αυτή την διαδικασία που υπακούει σ΄ ένα ρυθμό. Η φωτιά υπακούει στα μέτρα των ανταλλαγών της και των μετατροπών της. Γιατί, οι μεγάλες κοσμικές δυνάμεις που είναι το νερό, η γη, ο αέρας, μπορεί να εμφανίζονται περισσότερο μέσα στον χώρο και να κυριαρχούν στον πάντα ορατό ορίζοντα των πραγμάτων του κόσμου, η φωτιά όμως εμψυχώνει, φωτίζει και κεραυνώνει όλο τον χώρο, δίνει την κατεύθυνσή του στο γίγνεσθαι, προκαλεί βαθιές αλλαγές, γεννάει και μετατρέπει σε στάχτη το κάθε τι που είναι. Η πορεία του χρόνου δεν είναι ευθύγραμμη αλλά κυκλική, μια πορεία φτιαγμένη από εναλλαγές και περιόδους. Η ακατάπαυστη μεταβολή είναι μια σταθερή του σύμπαντος. Φυσικά η αλλαγή γίνεται μέσα στο χώρο κι είναι αναγκαστικά περιορισμένη σ ένα τόπο. Ωστόσο, κάθε περιορισμός σ΄ ένα τόπο δεν είναι παρά μια «στιγμή» της χωρικής έκτασης, κι αυτή η έκταση είναι υποταγμένη στην χρονική έκταση. Τα μέτρα των ανταλλαγών εξασφαλίζουν την τάξη του κόσμου και προστατεύουν τα πράγματα που βρίσκονται σε γίγνεσθαι από το να βουλιάξουν στο χάος. Είναι αλήθεια ότι τα φυσικά πράγματα μετατοπίζονται, πριν απ όλα όμως γίνονται «άλλα», μέσα στον χρόνο, παραμένοντας συγχρόνως ίδια. Η φωτιά είναι που κυβερνάει αυτές τις μεταβολές και υπακούει στα μέτρα.

Χάρη στη φωτιά, το ένα και πεπερασμένο σύμπαν ξετυλίγεται μέσα στον χωρόχρονο. Ο ρυθμός των μεταβολών της φωτιάς είναι ο ρυθμός του κόσμου κι αυτός ο ρυθμός είναι αυστηρός και δίκαιος. Με το ρυθμό των ανταλλαγών και των μεταβολών, η «ποσότητα» αλλάζει και γίνεται «ποιότητα». Η φωτιά είναι η βάση της κίνησης του χρόνου και έχει ως μέτρο τον κόσμο στην ολότητά του. Ο χρόνος είναι η κίνηση, που είναι τόσο η στιγμή όσο και η μεγάλη χρονιά (10.800 ηλιακές χρονιές). Ακόμη κι η μεγάλη χρονιά μπορεί να συλληφθεί μέσα σε μια στιγμή, αποτελώντας ένα λεπτό της σκέψης. Ο Ηράκλειτος εξωτερίκευσε με το λόγο του πάνω στο σύμπαν τον εσωτερικό ρυθμό του σύμπαντος αυτού. Δίδαξε ότι στην περιφέρεια ενός κύκλου η αρχή και το τέλος συμπίπτουν, ότι ο δρόμος που είναι ανηφορικός και κατηφορίζει είναι ο ίδιος, ότι ο πόλεμος είναι συμπαντικός και η δικαιοσύνη διχόνοια. Κάποια στιγμή, η γη (πάνω την οποία ζούμε και κινούμαστε), αφού πρώτα έγινε νερό κι αέρας, γίνεται φωτιά. Αυτό όμως το στάδιο δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση το τέλος της κοσμικής τραγωδίας που δεν έχει τέλος. Η φωτιά ξαναγίνεται αέρας, ο αέρας νερό, το νερό γη. Βρισκόμαστε πάλι πάνω στην γη. Τα μέτρα του χρόνου είναι τα μέτρα της αιωνιότητας. Η κυκλική κίνηση του κοσμικού γίγνεσθαι ακολουθεί, δηλαδή περιέχει, το δικό της ρυθμό που είναι φτιαγμένος από εναλλαγές και περιόδους.


Η φωτιά του κόσμου είναι ταυτόχρονα «ενυπάρχουσα» και «υπερβατική». Είναι μέσα στον κόσμο και τον κυβερνά.. Όλα τα κυβερνά ο κεραυνός (απ. 64). Ο κεραυνός εκφράζει την πιο πολεμική και την πιο θεϊκή πλευρά της φωτιάς, επιπλέον είναι το όπλο του Δία του κεραυνωτή. Ωστόσο, η φωτιά που κεραυνώνει δεν υπερίπταται του σύμπαντος και δεν το καίει απ΄ έξω γιατί η κοσμική φωτιά είναι η ίδια κριτής του εαυτού της, αφού περιέχει τα ίδια της τα μέτρα που είναι και τα μέτρα του κοσμικού χρόνου. Ο κεραυνός πέφτει και χτυπάει κάθε ιδιαιτερότητα, παραμένει όμως εγκλωβισμένος μέσα στην ολότητα που περιέχει τόσο την «ενύπαρξή» του όσο και την «υπέρβασή» του. Η διαλεκτική κίνηση αποκλείει την απόλυτη αρχή και το απόλυτο τέλος, χωρίς πάλι, για το λόγο αυτό, να υποστηρίζει την κίνηση που αρχίζει με μια σχετική αρχή και καταλήγει σ' ένα τέλος σχετικό. Αυτή η διαλεκτική κίνηση είναι η διαλεκτική της ολοκληρωτικής κι αέναης κίνησης που συνιστά το απόλυτο. Ο Ηρακλειτικός Κόσμος είναι αιώνιος κι αιώνια είναι και η Φωτιά και ο Λόγος.
Η φωτιά που είναι η βαθιά αλήθεια του κόσμου, είναι συνάμα και το νόημα του, και μ' αυτόν τον τρόπο αποτελεί τη σοφία του συμπαντικού γίγνεσθαι. Αυτή η σοφία δεν είναι καθόλου διασκεδαστική η στοχαστική σοφία, αλλά μια σοφία κοσμική που είναι σοφία της ολότητας. Η φωτιά είναι κεραυνοβόλα και θεϊκή, πολεμίστρια και σοφή. Ενώνεται με τον λόγο και με τη θεότητα. Εκφράζει τον κοσμικό λόγο (το σοφόν) και σφραγίζει το φυσικό κόσμο.

Η φωτιά ωστόσο δεν είναι η αιτία της κυβέρνησης του Σύμπαντος. Η κυβέρνηση του κόσμου ενυπάρχει στον κόσμο. Ο κόσμος δεν είναι μια βάρκα που βαρκάρη της έχει την φωτιά. Η κοσμική φωτιά υπακούει στα δικά της μέτρα και μετράει τις ανταλλαγές των κοσμικών στοιχείων. Η εσωτερική ανάγκη της τη σπρώχνει στην αλλαγή, γιατί η ανάγκη αυτή είναι έλλειψη, χορταίνει αυτή την ανάγκη της με τις αέναες αλλαγές κι αναπαύεται με τη μεταμόρφωσή της. Έτσι η φωτιά είναι αυτό που η ίδια γίνεται, δηλαδή είναι αλλαγή κι ανάπαυση, κρυφή αρμονία και κεραυνός. Περιέχει κι ο κόσμος αυτή τη φωτιά που δεν είναι η αιτία της κυβέρνησης του σύμπαντος αλλά η ίδια η κυβέρνηση του, στο εσωτερικό του περιέχοντος. Η φωτιά φωτίζει τον κόσμο και τον κάνει διάφανο. Πώς μπορεί λοιπόν να μην είναι η Σοφία;

Συνοψίζοντας θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Αιώνιος Κόσμος φανερώνεται μέσα στον Χρόνο κι η Φωτιά ως κεραυνός και σοφία του εξασφαλίζει το σφρίγος του, τη λάμψη και τη συνοχή του. Ο πόλεμος είναι αναγκαίος, είναι αρμονία κι ο ολικός ρυθμός του Κόσμου είναι η κορυφαία μοίρα του, η άρχουσα Ενότητα που περιέχει και συνέχει κάθε τι που είναι μέσα στο χρόνο.


Περί θεότητας

Ο Θεός, ο λόγος, ο κόσμος, η φωτιά Ο Θεός: μέρα-νύχτα, χειμώνας- καλοκαίρι, πόλεμος-ειρήνη, κόρος-λιμός. Αλλοιώνεται όπως η φωτιά που όταν αναμιχθεί με αρώματα, ονομάζεται με το όνομα της μυρωδιάς του καθενός. (απόσπ. 67).

Το είναι του Θεού βρίσκεται σε γίγνεσθαι. Ο Θεός είναι σε κίνηση, μεταβάλλεται παραμένοντας ο ίδιος. Το γίγνεσθαι είναι θείο. Ο Θεός είναι ενωμένος με το λόγο, με τον κόσμο, με τη φωτιά. Είναι η ενότητα των αντιθέτων. Το φωτεινό (η μέρα) και το σκοτεινό (η νύχτα), το ζεστό (το καλοκαίρι) και το κρύο (ο χειμώνας), η σύγκρουση και η ειρήνη, η αφθονία και ο λιμός, βρίσκουν σ΄ αυτόν την αρμονία τους και παύουν να είναι αντίθετα όπως είναι για τους ανθρώπους. Η θεότητα είναι το θεμέλιο και η λύση των αντιφάσεων που για την ανθρώπινη αδυναμία, πάντα αλληλοσπαράζονται και σπαράζουν και τους άλλους. Η θεότητα δεν καταργεί τις αντιθέσεις, δεν εμποδίζει την μέρα να είναι μέρα και τη νύχτα νύχτα, αυτή όμως είναι μια απ' όλες τις πολλαπλές της εκδηλώσεις.

Ο Θεός συνδέεται με την κοσμική φωτιά. Η φωτιά των θυσιών που προσφέρονται στον Θεό είναι αρωματισμένη κι έχει πολλά ονόματα. Η ποικιλία ωστόσο των ονομάτων της δεν εκφράζει παρά μία μόνο αλήθεια. Με τον ίδιο τρόπο, οι άνθρωποι δίνουν στη μια θεότητα διάφορα ονόματα. Η θεότητα είναι η συμπαντική Σοφία. Για τη Σοφία ξέρουμε από τα αποσπάσματα 50 και 41 ότι μας κάνει να καταλαβαίνουμε πως «τα Πάντα είναι Ένα» και πως «όλα κατευθύνονται απο όλα».

Ο Θεός είναι μέρα και νύχτα, χειμώνας και καλοκαίρι. Αυτά δεν τα προκαλεί ο Θεός. Αυτός είναι ο ιερός ρυθμός του γίγνεσθαι. Τότε, μήπως είναι ο ίδιος ο κόσμος;

Είναι φανερό πως ο Θεός δεν δημιουργεί τίποτα αφού, «αυτόν τον κόσμο που είναι για όλους, ούτε κανείς Θεός ούτε άνθρωπος τον έκανε αλλά ήταν από πάντα και είναι και θα είναι αιώνια φωτιά που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο». Η θεότητα είναι το νόημα του κόσμου. Σαν νόημα που είναι ενώνεται με το λόγο.

Ο Θεός κι ο λόγος ενώνονται αλλά δεν ταυτίζονται. Ο Ηρακλειτικός λόγος είναι θείος και η θεότητα είναι λόγος. Λόγος και Θεός αποτελούν τους αρμούς του Σύμπαντος κι είναι παρόντες μέσα στην ανθρώπινη σκέψη. Η ανθρώπινη σκέψη σκέπτεται τη θεότητα και μιλά γιά αυτήν και με αυτήν, επειδή κάθε λόγος είναι διάλογος. Η Ηρακλειτική σκέψη συλλαμβάνει με την σκέψη και εκφράζει με την γλώσσα την αλήθεια και το νόημα της ολότητας του κόσμου, αυτή την ολότητα που είναι αιώνια και καθόλου δημιούργημα. Ενώ η χριστιανική θεολογία πιστεύει σε έναν κόσμο που δημιουργήθηκε εκ του μηδενός από τον Θεό.

Μόνο ένας παγανιστής Θεός μπορεί να εμφανιστεί μέσω της φωτιάς και μάλιστα με την πιο βίαιη μορφή της, τον κεραυνό. Η φωτιά είναι η ζωή του κόσμου κι ο Θεός το νόημα του. Είδαμε σε προηγούμενο άρθρο, πως η φωτιά είναι σοφή (απόσπ 64). Ο κεραυνός που κυβερνά τα πάντα είναι η πιο σφριγηλή εμφάνιση της κοσμικής φωτιάς. Κι ο Θεός έχει τις ίδιες «ιδιότητες» με την φωτιά. Η φωτιά ονομάζεται σοφή κι ο Ζεύς αποκαλείται κεραυνοβόλος. Ο Θεός και η φωτιά έχουν ζωή αιώνια. Ωστόσο, ο Θεός δεν είναι ο κεραυνός κι ο κεραυνός δεν είναι ο Θεός. Υπάρχει χώνευση, αλλά όχι και συγχώνευση.

Ο Θεός, ο λόγος, ο κόσμος και η φωτιά ενώνονται χωρίς να ταυτίζονται. Το ίδιο συμβαίνει και με τα αντίθετα, που ενώνονται αλλά δεν ταυτίζονται μέσα στους κόλπους της θεότητας. Ο Θεός είναι πόλεμος και ειρήνη (απόσπ 67). Μέσα στον Θεό, η ομόνοια αντιτίθεται στην διχόνοια και συντίθεται μαζί της, αφού η δικαιοσύνη είναι διχόνοια. Ο επικούρειος Φιλόδημος μας πληροφορεί «πως ο Ηράκλειτος έλεγε ότι ο πόλεμος και ο Θεός είναι ταυτόσημοι». Ο πόλεμος, που είναι δύναμη συμπαντική, πρέπει να έχει για θεμέλιο του τον Θεό. Φυσικά ο Θεός είναι ταυτόχρονα και ειρήνη αφού η αέναη αλλαγή του συμπίπτει με την αιώνια ανάπαυση. Η υπέρτατη κίνηση είναι συνάμα και υπέρτατη ανάπαυση.

Η μοναδικότητα του κάνει τον Θεό να είναι και το θεμέλιο κάθε νόμου γιατί όλοι οι ανθρώπινοι νόμοι τρέφονται από τον ένα νόμο, τον Θείο. Αυτός κρατάει όσο θέλει την εξουσία του, αρκεί για όλα και τα υπερβαίνει όλα (απόσπ. 114). Ο νόμος, δομή της φύσης και της πόλης, είναι μια αρμονία των αντιτιθέμενων εντάσεων κι αντλεί τη δύναμή της από τον ίδιο τον ρυθμό της ολότητας την οποία εκφράζει. Είναι νόμος μόνον όταν τρέφεται ακατάπαυστα από το μοναδικό θείο νόμο.

Η αλήθεια του μοναδικού θείου νόμου, που κάνει τα αντίθετα να συμπίπτουν κι είναι παρούσα μέσα στο σφρίγος της κοσμικής φωτιάς, φανερώνεται δια του χρόνου. Αυτός ο αιώνιος χρόνος είναι ο πρωταίτιος της σύγκρουσης των αντιθέτων και εγχρονίζει τις περιοδικές αλλαγές της φωτιάς. Συνεπώς ο Θεός είναι κεραυνοβόλος και σοφός, οιστρηλατημένος και ατάραχος. Δεν ενώνεται μόνο με το λόγο, με τον κόσμο, τη φωτιά, την κρυμμένη αρμονία και τον πόλεμο αλλά και με τον χρόνο. Για τον χρόνο το απόσπασμα 52 μας είχε πει πως είναι ένα παιδί που παίζει ρίχνοντας τα ζάρια, πως είναι η βασιλεία ενός παιδιού. Ο κόσμος είναι το θέατρο του θείου παιχνιδιού, που είναι παιχνίδι βασιλικό και παιδικό.

Το παιχνίδι και ο χρόνος ο αιώνια παρών είναι τα βαθιά γνωρίσματα της ελληνικής ζωής και σκέψης. Ο Ηράκλειτος συλλαμβάνει την σπουδαιότητα του δεσμού που ενώνει το παιχνίδι, τον πόλεμο και τον χρόνο που συνδέονται με τη θεότητα. Οι πόλεμοι που κάνουν μεταξύ τους οι άνθρωποι είναι κι αυτοί ένα παιχνίδι, και μέσα στην καρδιά του τρωικού πολέμου παίζονται παιχνίδια. Και στις γιορτές της Ολυμπίας επίσης ανταμώνουν ο οίστρος και το ιερό. Η τραγωδία είναι ένα μεγάλο παιχνίδι. Αυτή η στενή συνάφεια που υπάρχει ανάμεσα στον αγώνα, στο παιχνίδι και στο ιερό θεμελιώνεται τώρα απ' τον Ηράκλειτο πάνω στην ίδια τη δομή του Σύμπαντος, εκεί όπου εκδηλώνεται ο θείος λόγος. Εντός του Θεού, ο συμπαντικός πόλεμος γίνεται συμπαντική σοφία, και το παιχνίδι του χρόνου, ειμαρμένη του κόσμου.

Γιατί η θεότητα είναι η ειμαρμένη του κόσμου. Μια ειμαρμένη που ενυπάρχει στον κόσμο γιατί η ίδια η αναγκαιότητα του κόσμου δεν κάνει άλλο παρά να εκφράζει τη συγκλίνουσα δύναμη των ονομάτων και των φανερωμάτων της ολότητας, δηλαδή του λόγου, της φωτιάς, του κεραυνού, του χρόνου, της αρμονίας, του παιχνιδιού και του μοναδικού θείου νόμου. Το συμπαντικό περιέχον, δηλαδή η ολότητα, αποκαλύπτει κάθε φορά κι έναν απ τους τρόπους ύπαρξης του. Το ανθρώπινο βλέμμα θεωρεί την εκδήλωση αυτών των όψεων, υπάρχει όμως κίνδυνος να τις απομονώσει. Η σκέψη φιλοδοξεί να συλλάβει την ολότητα σαν ολότητα. Όσο κρατάει η φιλοδοξία της αυτή, η σκέψη ανταμώνει τη θεότητα (θεμέλιο του κάθε τι που είναι) και, στην προσπάθεια της να μιλήσει γι' αυτήν, μετατρέπεται σε θεο-λογία. Η Ηρακλειτική θεότητα, επειδή είναι η ενότητα, δείχνει ότι μπορεί να εξασφαλίσει τον απαραίτητο συγχρονισμό όλων αυτών των πολλαπλών εκδηλώσεων.

Η θεότητα φανερώνει παντού την παρουσία της. Η πανταχού παρουσία όμως δεν είναι η ιδιότητα της. Ο Κόσμος δεν είναι ο καθρέφτης όπου καθρεφτίζεται η θεότητα. Είναι η κατοικία της. Ο κεραυνός δεν είναι το εργαλείο της. Είναι μια από της εκφράσεις της. Το παιχνίδι που παίζει με τις πιο αντιτιθέμενες δυνάμεις έχει ως πεδίο του τον κόσμο, και περιλαμβάνεται και αυτή στο παιχνίδι αυτό. Το γεγονός ότι σ΄ αυτή τη θεότητα τα αντίθετα συμπίπτουν δεν μας επιτρέπει σε καμία περίπτωση να τη θεωρήσουμε σαν ένα είδος συμπαντικής ουδετερότητας και σαν ένα θεοποιημένο ουδέτερο: το θείο. Η θεότητα δεν εξουδετερώνει τίποτα, γιατί διατηρεί επίσης και την σύγκρουση των αντιθέτων, χωρίς την οποία ο κόσμος θα καταποντιζόταν. Η θεότητα είναι πόλεμος και αρμονία. Είναι το ενωτικό παιχνίδι.


Το θείο και οι άνθρωποι

Το θείο φανερώνεται στους ανθρώπους που πρέπει να ξέρουν ν' ακούνε τη φωνή του. Τα πιο πολλά από τα θεία πράγματα εξ αιτίας της απιστίας διαφεύγουν και δεν γίνονται γνωστά (απόσπ. 86).

Ο Ηράκλειτος αρχίζει με μια προειδοποίηση. Πρέπει να προετοιμάζεται κανείς για να γνωρίσει την θεότητα, όπως πρέπει να ελπίζει για να ανταμώσει το ανέλπιστο «αν δεν ελπίζεις δεν θα βρεις το ανέλπιστο γιατί είναι ανεξερεύνητο κι αδιάβατο» (απόσπ. 18).

Η ελπίδα και η πίστη έχουν σκοπό να κάνουν εφικτό τον διάλογο ανάμεσα στον θείο λόγο και στον ανθρώπινο. Η πίστη δεν αντιτίθεται στο λογικό ούτε η διαισθητική γνώμη στη λογική γνώση. Ο ανθρώπινος λογισμός πρέπει να είναι διαθέσιμος να δεχτεί το κάλεσμα της θεότητας. Αφού η θεότητα εξασφαλίζει την δομή του κόσμου, ο ανθρώπινος λογισμός είναι η σύλληψη αυτής της αόρατης δομής, αυτής της καλυμμένης αρμονίας.

Η πρώτη σύλληψη, δια της σκέψης, της θεότητας δεν είναι καθόλου βέβαιη γνώση. Η προσπάθεια της σκέψης είναι η αρχική κίνηση που θα τη διαδεχθεί ίσως η γνώση. Η θεσμοποιημένη πίστη ακινητοποιεί την σκέψη. Η σκέψη προετοιμάζεται να δεχτεί αυτό που μπορεί να φανεί απίστευτο. Η πίστη έρχεται μετά. Ο Ηράκλειτος απαιτεί το άνοιγμα του νου.

Η ανθρώπινη σκέψη που κατευθύνεται προς την θεότητα, δεν μπορεί πραγματικά να κατευθυνθεί προς αυτήν παρά μόνον αν ακούσει πρώτα το κάλεσμα της. Με την έννοια αυτή, η θεότητα είναι αυτό που έρχεται πρώτο. Η σκέψη όμως του ανθρώπου, όταν πορεύεται προς τις πιο ψηλές σφαίρες της γνώσης, σκοντάφτει πάνω σ' αυτό που δεν μπορεί να γνωρίσει κι έτσι αναγνωρίζει την θεότητα σαν το τελευταίο εμπόδιο. Αυτή η αναζήτηση αποτελεί μια μεγάλη περιπέτεια. Πρέπει να αγωνιζόμαστε να συλλάβουμε αυτό που μας ξεπερνάει και να μην μειώνουμε αυτό που είναι μεγάλο. Η ανθρώπινη έπαρση είναι ίσως μια ιερή νόσος, επειδή μας εμποδίζει να επικοινωνήσουμε με τα ιερό και η όραση μας ξεγελάει όταν προσκολλάται με τρόπο εξαιρετικά αποκλειστικό σ΄ αυτό που είναι άμεσα ορατό, εμποδίζοντάς μας να δούμε. Γιατί ο ορίζοντας του ορατού παραμένει αόρατος και το ορατό δεν είναι παρά ένα απόσπασμα του αόρατου, μολονότι ο ορίζοντας των οριζόντων μας αφήνει, μέσ' από το ορατό που δίνει παρουσία στο αόρατο, να τον διαβλέψουμε, δεχόμενος και μη δεχόμενος τα ονόματα που του δίνουν, που τα αποζητάει και δε τ' αποζητάει.

Ο άνθρωπος βρίσκεται πάντα μέσα στο πεδίο της θεότητας και του είναι αδύνατον να κρυφτεί απ' αυτό που δεν εξαφανίζεται ποτέ (Απόσπ. 16).

Η συμπαντικότητα του θείου νόμου είναι η μοναδική πηγή όλων των ιδιαίτερων νόμων που πάρα πολύ συχνά, αν όχι πάντα, το ρεύμα τους παρεκκλίνει απ' τον σωστό δρόμο. Ο άνθρωπος, για να παραμείνει μέσα στην αλήθεια, άλλο δεν έχει να κάνει απ' το σκέφτεται την καταγωγή του. Με μεγάλο μόχθο μπορεί να γίνει φιλόσοφος (απόσπ. 35). Αντίθετα, ο Θεός είναι αυτό το ολικό γίγνεσθαι που περιέχει και του ανθρώπου την πορεία, μόνον αυτός είναι ο Σοφός (απόσπ.32) Η αγάπη της Σοφίας που θεμελιώνει και γονιμοποιεί τη βασική αναζήτηση, μετατρέπεται έτσι σε αγάπη της θεότητας, αφού η θεότητα είναι η συμπαντική σοφία.

Οι άνθρωποι δεν πρέπει να ξεχνούν τους νόμους του αθάνατου παιχνιδιού. Ο άνθρωπος δεν πρέπει να κατασκευάζει την εικόνα του Θεού του σύμφωνα με την δική του εικόνα. Ο Θεός είναι τα Όλο (και το Όλο είναι ο Θεός), ενώ ο άνθρωπος χωρίς να είναι το Τίποτα είναι ένα Μέρος. Με τον Ηράκλειτο κάνει την εμφάνιση της η αφηρημένη σκέψη με το θεμελιακό της ερώτημα που δεν παύει ν' αμφισβητεί τα πάντα, ακόμη κι όταν κινείται μέσα σ' ένα « πλαίσιο» που περιέχει ήδη μερικές απαντήσεις. Ο Ηράκλειτος εγκαθιστά στην καρδιά της θεολογικής μέριμνας τον ερωτηματικό στοχασμό. Τα μαθήματα που βλασταίνουν απ αυτό το γεγονός είναι τραγικά: οι άνθρωποι είναι παιδιά που κάνουν ερωτήσεις, κι αυτές οι ανοιχτές ερωτήσεις που μπήγονται σαν νυστέρια, διατηρούνται ανοιχτές, παρά τις απαντήσεις και μές από τις απαντήσεις που παίρνουν, γιατί αυτές οι ερωτήσεις είναι αινίγματα. Κάθε αληθινή σκέψη περιέχει μια αντίφαση, η μια αντινομία, δηλαδή ένα στοιχείο τραγικό. Η σκέψη του Ηράκλειτου προσπαθεί να ξεπεράσει τις αντιθέσεις με την σύλληψη της ενωτικής θεότητας. Οι αντιθέσεις ωστόσο παραμένουν σπαρακτικές για τους θνητούς που το είναι τους είναι ένα συνεχές γίγνεσθαι. Αυτή η σύλληψη της θεότητας πραγματοποιείται με την σκέψη που είναι ανοιχτή στο αίνιγμα του κόσμου.
___________________________________________________________________
Μ.Μ.

Το κείμενο γράφτηκε από αποσπάσματα
 του βιβλίου του Κώστα Αξελού- Ο Ηράκλειτος και η φιλοσοφία.


Source: e-zine


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

~Veritas vos Liberabit~

"Οι άνθρωποι με έχουν για εχθρό των δίκαιων νόμων, των οικογενειακών δεσμών και της παράδοσης. Ναι, λένε την αλήθεια. Δεν αγαπάω τους νόμους που έχει φτιάξει ο άνθρωπος... αυτό που αγαπάω είναι η ιερή και πνευματική ευγένεια που θα έπρεπε να είναι πηγή και βάση για κάθε νόμο στη γη."
Khalil Gibran